«Γιατί η μετάβαση στην οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα είναι πιο εύκολη απ΄ό,τι νομίζουμε»της Έλενας Γιαννακοπούλου

8

Στις αρχές Μαρτίου η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD) αποφάσισε την παροχή χρηματοδότησης ύψους 300 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα προκειμένου να στηρίξει την αειφόρο ανάπτυξη.

Ειδικότερα με την απόφαση αυτή προβλέπεται η χρηματοδότηση δράσεων για κατασκευές μονάδων παραγωγής ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) (όπως ηλιακή, αιολική, βιομάζα και γεωθερμία) καθώς επίσης και για τον εκσυγχρονισμό του δικτύου μεταφοράς και διανομής ηλεκτρισμού.

Την ίδια περίοδο οι υπουργοί ενέργειας της Ευρώπης αποφάσισαν την δημιουργία ενός ειδικού κεφαλαίου το οποίο θα βοηθήσει την Ελλάδα να μειώσει την εξάρτησης της από τα ορυκτά καύσιμα.

Απώτερος στόχος των αποφάσεων αυτών είναι η ενίσχυση της «πράσινης» ανάπτυξης της χώρας, καθώς η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να καλύψει τουλάχιστον το 40% των αναγκών της σε ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ μέχρι το 2020.

Σήμερα το ποσοστό αυτό είναι περίπου 25%, το οποίο οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη χρήση της υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα για την Ελλάδα είναι πόσο φθηνή και εύκολη είναι η μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα που είναι πιο «καθαρό» και ευέλικτο και παράλληλα θα εγγυάται την ενεργειακή επάρκεια.

Υπάρχουν 2 βασικές παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην απάντηση της ερώτησης αυτής.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν ήδη αρχίσει να κερδίζουν τον «αγώνα» κόστους.

Σύμφωνα με ανάλυση της Bloomberg New Energy Finance το 2016, τα χερσαία αιολικά πάρκα ήταν η πιο φθηνή μορφή παραγωγής ηλεκτρισμού στην Ευρώπη, με μέσο σταθμισμένο κόστος (Levelised Cost Of Electricity) $72/MWh ενώ ακολουθούσαν τα φωτοβολταϊκά με $89/MWh ενάντια σε $88/MWh για εργοστάσια άνθρακα and $78/MWh φυσικού αερίου.

Στα κόστη αυτά δεν περιλαμβάνονται οι επιδοτήσεις.

Στην Ελλάδα αντίστοιχα η μέση τιμή ενός φωτοβολταϊκού πάρκου υπολογίζεται μεταξύ $67 και $91/MWh ενώ ενός νέου λιγνιτικού σταθμού εκτιμάται στα $77/MWh, σύμφωνα με στοιχεία της ΔΕΗ.

Η βασική αιτία για την νέα αυτή κατάσταση είναι οι σημαντικές μειώσεις του κόστους και η αύξηση της αποδοτικότητας των νέων τεχνολογιών.

Πιο συγκεκριμένα το κόστος παραγωγής και εγκατάστασης των φωτοβολταϊκών πλαισίων έχει μειωθεί κατά 80% απο το 2008 μέχρι σήμερα ενώ των ανεμογεννητριών κατά 25% για την ίδια περίοδο.

Και οι τιμές αυτές εκτιμούμε πως θα συνεχίσουν να μειώνονται κατακόρυφα τόσο λόγω των νέων τεχνολογιών όσο και των οικονομιών κλίμακας.

Μέχρι τα μέσα του 2020 αναμένουμε το κόστος ηλεκτροπαραγωγής από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα να είναι στα ίδια, ή και χαμηλότερα επίπεδα, σε σχέση με τον άνθρακα και το φυσικό αέριο στις περισσότερες χώρες του κόσμου, παρά τις χαμηλές τιμές των καυσίμων.

Ο άλλος βασικός παράγοντας είναι οι εξελίξεις που παρατηρούνται στον τομέα αποθήκευσης ενέργειας, το «ιερό δισκοπότηρο», όπως αποκαλείται, της αγοράς ηλεκτρισμού.

Σύμφωνα με την ανάλυση της Bloomberg New Energy Finance, το κόστος των μπαταριών λιθίου έχει υποχωρήσει πάνω από 65% από το 2010.

Και καθώς η ζήτηση ηλεκτρικών αυτοκινήτων παγκοσμίως εκτιμάται ότι θα αυξάνεται, η μείωση της τιμής των μπαταριών λιθίου αναμένεται να διαμορφωθεί στα $200/kWh το 2020 από τα $350/kWh σήμερα.

Η εξέλιξη αυτή θα έχει σαν αποτέλεσμα οι μπαταρίες λιθίου να αναδεικνύονται ως ολοένα και πιο οικονομική επιλογή στην διαχείριση της μεταβλητότητας παραγωγής ηλεκτρισμού από τις ΑΠΕ.

Τα τελευταία χρόνια ένας σημαντικός αριθμός χωρών μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Ιταλία και η Αυστραλία προωθούν την εγκατάσταση μπαταριών στο ηλεκτρικό δίκτυο προκειμένου να εξασφαλίσουν την ευστάθειά του, υπηρεσία που μέχρι τώρα παρείχαν σχεδόν αποκλειστικά οι συμβατικές μορφές ενέργειας.

H ανάπτυξη των μπαταριών λιθίου σε συνδυασμό με την ευελιξία που προσφέρει η υδροηλεκτρική παραγωγή αναμένεται να αλλάξει ριζικά την απάντηση στην ερώτηση «τι γίνεται όμως όταν ο άνεμος δεν φυσάει και ο ήλιος δεν λάμπει;».

Επίσης τα υβριδικά συστήματα ΑΠΕ – μπαταριών αποτελούν ήδη μία βιώσιμη εναλλακτική λύση για την ενεργειακή κάλυψη των αναγκών των μη διασυνδεδεμένων νησιών σε σύγκριση με την δημιουργία υποθαλάσσιου δικτύου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία λοιπόν ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις σε συνδυασμό με τις δραματικές μειώσεις του κόστους αποτελούν δυο από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες της μεταμόρφωσης που λαμβάνει χώρα στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.

Το 2016 ήταν μία χρονιά ορόσημο με την ανάπτυξη των ΑΠΕ, σε όρους καθαρής ισχύος (MW) να ξεπερνά αυτή των συμβατικών πηγών.

Στην Ελλάδα όμως η μετάβαση αυτή γίνεται με πιο αργά βήματα.

Το υψηλό κόστος δανεισμού που αντιμετωπίζουν οι ιδιωτικές εταιρίες εξαιτίας της αξιολόγησης κινδύνου της χώρας (country risk), είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα.

Εφόσον η οικονομική κατάστασης της χώρας εξομαλυνθεί και το νέο αναπτυξιακό πλαίσιο προσανατολισθεί στη μείωση της εξάρτησης από τις ρυπογόνες μορφές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και την ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου ενεργειακής στρατηγικής, οι συνέπειες δεν θα είναι ούτε κοστοβόρες ούτε επώδυνες όπως πιθανόν να εκτιμάται .

(*) Η Έλενα Γιαννακοπούλου είναι επικεφαλής της ομάδας των Οικονομικών της Ενέργειας (Energy & Economics) και της μακροπρόθεσμης ανάλυσης των ενεργειακών αγορών στην εταιρεία Bloomberg New Energy Finance στο Λονδίνο.

Twitter: @ElenaGiannakop

BNEF website: www.bnef.com

BNEF New Energy Outlook: http://www.bloomberg.com/company/new-energy-outlook/