Στην Αθήνα επιστρέφουν οι θεσμοί για την τεχνική συμφωνία

14

Στην Αθήνα θα επιστρέψουν το συντομότερο δυνατό οι εκπρόσωποι των θεσμών για το κλείσιμο της τεχνικής συμφωνίας, στο πλαίσιο της β’ αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος. Αυτό ανακοίνωσε ο πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Νταϊσελμπλουμ, μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης στη Βαλέτα της Μάλτας.

«Πετύχαμε μεγάλη πρόοδο υπάρχει συμφωνία ως προς τα μεγάλα ζητήματα», υπογράμμισε ο κ. Ντάϊσελμπλουμ και πρόσθεσε ότι «τα τεχνικά κλιμάκια θα επιστρέψουν το συντομότερο δυνατόν στην Αθήνα για την τεχνική συμφωνία».

«Έχουμε μια συμφωνία για μεταρρυθμίσεις και χρονοδιάγραμμα. Τα τεχνικά κλιμάκια επιστρέφουν το ταχύτερο δυνατόν» δήλωσε εισαγωγικά στη συνέντευξη Τύπου ο Γερούν Ντάισελμπλουμ, αμέσως μετά τη λήξη της συνεδρίασης του Eurogroup.

Και στη συνέχεια, τα μεγάλα ζητήματα έχουν κλείσει, «απομένουν κάποιες λεπτομέρειες, γι αυτό και θα προχωρήσουμε πολύ πιο γρήγορα», από εδώ και πέρα, τόνισε ο Γ. Ντάισελμπλουμ.

Π. Μοσκοβισί: «Ισορροπημένη» η συμφωνία επί της αρχής

Μετά τη λήξη της συνεδρίας του Eurogroup που διεξήχθη στη Βαλέτα της Μάλτας, ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Πιερ Μοσκοβισί τόνισε πως η συμφωνία επί της αρχής ήρθε μετά από μήνες «δύσκολων διαπραγματεύσεων» και την εντατικοποιησή τους τις τελευταίες εβδομάδες, μέρες και ώρες.
Χαρακτήρισε τη συμφωνία αυτή «ισορροπημένη» καθώς πέρα από την επιπλέον δημοσιονομική προσπάθεια που καλείται να κάνει η Ελλάδα το 2019 και το 2020, υπάρχει η προοπτική ενός πακέτου αντισταθμιστικών μέτρων που είναι σημαντικό για τη στήριξη των κοινωνικών ομάδων που έχουν χτυπηθεί από την κρίση.

Ο κ. Μοσκοβισί εξέφρασε την πεποίθησή του ότι «ήρθε η ώρα να θέσουμε τέλος στην αβεβαιότητα που υπάρχει σα δαμόκλειος σπάθη πάνω από την ελληνική οικονομία».

Οι δηλώσεις Τσακαλώτου

Σε μία καταρχήν συμφωνία στους βασικούς πυλώνες του μείγματος πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα το 2018 και μετά κατέληξε σήμερα το Eurogroup, ανοίγοντας το δρόμο για την επιστροφή των θεσμών στην Αθήνα. Αυτό ανέφερε ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος λίγο μετά τη λήξη του Eurogroup στη Βαλέτα της Μάλτας.

Ο κ. Τσακαλώτος τόνισε ότι η επί της αρχής συμφωνία βασίζεται στη στρατηγική που χαράχτηκε στο Eurogorup του Φεβρουαρίου, ότι δηλαδή παράλληλα με τα περιοριστικά μέτρα, θα νομοθετηθούν θετικά μέτρα που θα ανακουφίσουν την ελληνική οικονομία. Ο κ. Τσακαλώτος ανέφερε ότι η σημερινή καταρχήν συμφωνία είναι το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού που όπως όλοι οι συμβιβασμοί περιλαμβάνει στοιχεία που δεν ικανοποιούν και άλλα που ικανοποιούν την ελληνική πλευρά και ειδικότερα τον ελληνικό λαό.

Σύμφωνα με τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών, η επί της αρχής συμφωνία στα μεγάλα ζητήματα στην οποία κατέληξε το Eurogoup αφορά θετικά μέτρα το 2019 , ύψους 1% του ΑΕΠ και το 2020, ύψους 1% του ΑΕΠ και παράλληλα περιοριστικά μέτρα στις συντάξεις το 2019 , ύψους 1% του ΑΕΠ και μέτρα σε φόρους το 2020 , ύψους 1% του ΑΕΠ. Ο υπουργός οικονομικών ξεκαθάρισε ότι τα περιοριστικά μέτρα θα νομοθετηθούν τις επόμενες εβδομάδες, ενώ παράλληλα θα νομοθετηθούν και τα αντισταθμιστικά – θετικά μέτρα, τα οποία θα εφαρμοστούν αν η Ελλάδα επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους.

Σχετικά με το πακέτο των θετικών μέτρων, ο Ευ. Τσακαλώτος ανέφερε ότι το 2019 θα φτάνει τα 1,8 δισ. ευρώ και θα περιλαμβάνει μέτρα κυρίως από τη μεριά των δαπανών που θα αντιμετωπίζουν την παιδική φτώχεια, το πρόβλημα της στέγασης, τα προβλήματα της νέας γενιάς για την απασχόληση, καθώς και μέτρα και ενέργειες που θα συμβιβάζονται με την αναπτυξιακή πολιτική της κυβέρνησης, για τη συμβολή των συνταξιούχων στα φάρμακα, αλλά και ένα επενδυτικό πακέτο.

Σχετικά με τα θετικά μέτρα το 2020, ο κ. Τσακαλώτος ανέφερε ότι θα είναι από τη μεριά των φόρων με αλλαγές στον ΕΝΦΙΑ και πρωτίστως στο φόρο εισοδήματος. Αυτά τα μέτρα ανακούφισης κατά κάποιο τρόπο θα αντισταθμίσουν τα περιοριστικά μέτρα και θα δημιουργήσουν τη βάση για ένα κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα, πρόσθεσε ο Ευ. Τσακαλώτος.

Τέλος, όσον αφορά τα εργασιακά, ο Ευ. Τσακαλώτος ανέφερε ότι το Σεπτέμβριο του 2018 θα επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, με την αρχή της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης.

Δεν θα χρειαστεί άλλο πακέτο βοήθειας η Ελλάδα, λέει ο Σόιμπλε

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσε, σε συνέντευξή του στην Rheinische Post: «αναμένω ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) θα παραμείνει (στο ελληνικό πρόγραμμα). Δεν είναι τόσο σημαντικό στο θέμα αυτό με ποιο ποσό θα συμμετέχει, αποφασιστικής σημασίας είναι ότι θα το κάνει».

«Θεωρώ ότι μετά η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί άλλο πακέτο βοήθειας και από το 2018 θα έχει πρόσβαση στις αγορές, όπως έχει προγραμματιστεί. Το θέμα της Ελλάδας δεν θα παίξει κανέναν ρόλο στις γερμανικές εκλογές» πρόσθεσε ο χριστιανοδημοκράτης πολιτικός στην συνέντευξή του στην εφημερίδα του Ντίσελντορφ.

Συνάντηση Σόιμπλε-Ντάισελμπλουμ

«Η αντιπαράθεση με την Αθήνα για τις μεταρρυθμίσεις φανερώνει που βρίσκεται η πραγματική διαπραγματευτική ισχύς: στο Βερολίνο» τονίζει σε ανάλυσή της η Süddeutsche Zeitung (SZ), αναφερόμενη στον αποφασιστικό ρόλο του Βερολίνου για την έκβαση της διαπραγμάτευσης για το ελληνικό πρόγραμμα δανεισμού.

Την εγκυρότητα αυτής της άποψης καταδεικνύει, σύμφωνα με την με την εφημερίδα του Μονάχου, και η εμπιστευτική συνάντηση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με τον πρόεδρο του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ την Πέμπτη στη γερμανική πρωτεύουσα.

Αντικείμενο αυτής, σύμφωνα με γερμανικούς κυβερνητικούς κύκλους, ήταν κυρίως ο συντονισμός της διαπραγματευτικής γραμμής για τις συνομιλίες που θα ακολουθούσαν μετά από λίγες ώρες στη Μάλτα για το ελληνικό πρόγραμμα.

Η Γερμανίδα δημοσιογράφος σχολιάζει ότι στο Βερολίνο «κινούνται τα νήματα, δίνονται οι κατευθυντήριες γραμμές και γίνονται οι τελευταίες συνεννοήσεις. Ωστόσο, στην αντιπαράθεση με την Ελλάδα για τις μεταρρυθμίσεις αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: η γερμανική κατευθυντήρια γραμμή».

Το δημοσίευμα αναφέρει την ανυποχώρητη στάση του Β. Σόιμπλε ως προς τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα και την επιμονή του σε μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι που θεωρεί μη ρεαλιστικό το ΔΝΤ. Όπως σχολιάζει η Süddeutsche Zeitung «τα θύματα αυτής της διαμάχης είναι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα».