Η σημασία των γαλλικών και γερμανικών εκλογών στην πολιτική της ΕΕ” εκδήλωση του Ινστιτούτου ΕΝΑ στο Μέγαρο Μουσικής

16

Ποια μπορεί να είναι τα μηνύματα που στέλνουν στην Ευρώπη οι επικείμενες βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία και στη Γερμανία; Μπορεί να αναβιώσει υπό τις παρούσες συνθήκες της κρίσης ο γαλλογερμανικός άξονας, που έως πριν αρκετό καιρό καθοδηγούσε τις τύχες της Ευρώπης, η πλέον ο συσχετισμός δυνάμεων τείνει να μετατοπισθεί μονόπλευρα πλέον, μόνο προς την μεριά του Βερολίνου;

 

 

Αυτά τα επιτακτικά ερωτήματα, που όλο και περισσότερο απασχολούν τους Ευρωπαίους πολίτες κι ιδιαίτερα τους Έλληνες, επιχείρησαν να απαντήσουν στην ομιλία που οργάνωσε απόψε στο Μέγαρο Μουσικής ο νεότευκτος φορέας Ινστιτούτο Εναλλακτικής Πολιτικής ΕΝΑ, με τη συμμετοχή του αντιπροέδρου του κόμματος της γερμανικής αριστεράς Die Linke Άξελ Τρόοστ και του δημοσιογράφου Γιώργου Καπόπουλου. Τη συζήτηση συντόνισε η επίκουρος καθηγήτρια του πανεπιστημίου Κρήτης Βάλια Αρανίτου.
Παρόντες στην εκδήλωση ήσαν μεταξύ άλλων, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Κατρούγκαλος και ο υφυπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννης Μπαλάφας, όπως κι ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Μαντάς. Παρών επίσης ήταν και ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Τρύφων Αλεξιάδης.

Ανοίγοντας τη συζήτηση, η συντονίστρια κα Αρανίτου έθεσε τους στόχους της συζήτησης. Με γνώμονα το ζήτημα της αναζήτησης, μέσω των εκλογών, ενός νέου μοντέλου διακυβέρνησης στη διάρκεια περιόδων κρίσεων, η κα Αρανίτου επεσήμανε πόσο το διαρκώς μεταβαλλόμενο κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά σκηνικό, οδηγεί σε καινοφανή γεγονότα και άλλες κοινωνικές εξελίξεις. Οι εκλογές αυτές αποτελούν μικρά, αλλά σαφή δείγματα αναζήτησης των πολιτικών για εναλλακτικά κινήματα πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης. Κύριο ερώτημα σε τούτες τις συνθήκες, είναι ποια μπορεί να είναι τούτη η εναλλακτική και ποια η αριστερή απάντηση. Η έκβαση των εκλογών θα καθορίσει το μοντέλο της Ευρώπης: θα επικρατήσει στην ήπειρό μας η λιτότητα, ή θα γίνει πιο κοινωνική; Θα διατηρηθεί ο άξονας Γερμανίας-Γαλλίας, ή θα επικρατήσει η Ευρώπη πολλών ταχυτήτων; Η ίδια περιέγραψε ως τριπλό τον στόχο της εκδήλωσης: Να καταγράψει πολιτικά συμπεράσματα από τις γαλλικές εκλογές και τις επικείμενες διαστάσεις των αντίστοιχων γερμανικών, να ανιχνεύσει ποιες θα είναι οι πιθανές επιδράσεις τους επί του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και ποιές μπορεί να είναι οι πιθανές προοδευτικές κατευθύνσεις που θα δοθούν στα ζητήματα που θα προκύψουν.

Ο αντιπρόεδρος και υπεύθυνος δημοσιονομικής πολιτικής του Die Linke, Άξελ Τρόοστ, διαπίστωσε πως εξαιτίας της πολιτικής της γερμανικής κυβέρνησης που εστιάζεται αποκλειστικώς και μόνο στη λιτότητα, κανείς δεν μιλά για την ανεργία και τη φτώχεια στην Ευρώπη. Αντίθετα, εξαιτίας της επιρροής του Σόιμπλε, επαναλαμβάνεται η επωδός της «εξοικονόμησης». Ο κος Τροοστ παρουσίασε κι έναν κατάλογο για τη «χαμένη δεκαετία» ορισμένων χωρών, που δεν έχουν καταφέρει να φθάσουν στα επίπεδα προ κρίσης – και τόνισε πως «αντί να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της ανάπτυξης των λιγότερο πλούσιων χωρών, επιμένουμε στο ζήτημα της λιτότητας με αποτέλεσμα να εντείνεται το κύμα της ακροδεξιάς σε αρκετές χώρες».

Κατά την άποψη του κόμματος του κου Τροστ, στην ευρωζώνη υπολείπονται πολλά που πρέπει να γίνουν κι οι αλλαγές θα πρέπει να εστιασθούν σε έξι σημεία, εάν ζητούμενο είναι να διασωθεί το ευρώ και η πρόοδος: Η πρώτιστη προϋπόθεση είναι το πότε θα σταματήσει η λιτότητα με κατάργηση του δημοσιονομικού συμφώνου, ή μέτρα άμβλυνσής του, για να υπάρξουν πιθανότητες επενδύσεων. Κατά τον κο Τρόοστ, ο προϋπολογισμός της ΕΕ πρέπει να είναι μεγαλύτερος και θα πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη παρέμβσση του Ευρωκοινοβουλίου, ενώ θα πρέπει να εκπονηθεί ένα 10ετές πρόγραμμα επενδύσεων με έμφαση στην ενέργεια (αποδοτικότητα, εναλλακτικές πηγές) και ένα πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας.

Επίσης κατά τον κο Τροοστ, θα πρέπει να υπάρχει μία εξισορρόπηση ισολογισμών στην ΕΕ και μία κοινωνικοποίηση των δανείων, μέσα από την τη λύση των ευρωομολόγων, ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Κατά τον κο Τρόοστ, πολύ σημαντικό είναι το θέμα της από κοινού ανάληψης δανείου, ώστε ορισμένες χώρες να μη χρειάζεται να καταφεύγουν στις αγορές και στον εκβιασμό των δανειστών.

Επίσης κατά το Die Linke, μεγάλη σημασία έχει η ρύθμιση των προβλημάτων των τραπεζών, καθώς ό,τι έχει γίνει ως τώρα δεν αρκεί. Όπως τόνισε, «εξακολουθούμε να διακρατούμε άχρηστα ομόλογα».

Ιδιαίτερα ο κος Τρόοστ στάθηκε στην ανάγκη να αντιμετωπισθεί το φορολογικό dumping, που ευνοεί – χάρις στα φορολογικά κίνητρα – την αφαίμαξη της οικονομίας μίας χώρας από τις βασικές επιχειρήσεις που μετοικούν σε άλλες χώρες. Κατά τον ίδιο, εάν θέλουμε να πάρει ο κόσμος στα σοβαρά το ευρωνόμισμα, θα χρειασθεί μία εναρμόνιση, ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση, δηλαδή ένας Ευρωπαίος υπουργός Οικονομικών, που θα λαμβάνει αποφάσεις και θα εφαρμόζει κοινά μέτρα.

Στη Γαλλία, τόνισε ο κος Τρόοστ, υπάρχει ένας πρόεδρος που ως άνθρωπος είναι σαν το ΔΝΤ. Έχει δύο πρόσωπα, το πρώτο είναι ο μακροοικονομικός Μακρόν που μπορεί να είναι χρήσιμος, αλλά μικροοικονομικά είναι επικίνδυνος με τα μέτρα που προτίθεται να λάβει για την οικονομία της χώρας. Το θέμα είναι, εάν ο Μακρόν αποδειχθεί πιο δυναμικός από τους προκατόχους του – αν στη Γαλλία δεν γίνουν επενδύσεις και δεν υπάρξει διέξοδος, τότε η Λεπέν δεν βρίσκεται μακριά. Η τελευταία σκέψη του κου Τροοστ και σχετικά με την κατάσταση στην Ελλάδα, αφορούσε το ζήτημα της εξαγωγής ανεργίας, μέσω των εμπορικών πλεονασμάτων της Γερμανίας, που θα πρέπει να αντιμετωπισθούν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και να τεθούν διάτορα από όλες τις χώρες, αντί να αποδέχονται μοιρολατρικά την καταστροφική πολιτική της Άνγκελα Μέρκελ και του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Για τον ίδιο θα πρέπει η ιδέα της Ευρώπης να αντιμετωπισθεί με νέα οράματα, όσο ουτοπικό κι εάν ακούγεται αυτό, ειδεμή το μέλλον της Ευρώπης θα είναι σύντομο.

Από την πλευρά του, ο δημοσιογράφος Γ. Καπόπουλος περιέγραψε την κατάσταση στη Γαλλία, αλλά κι ευρύτερα στον ευρωπαϊκό πολιτικό χάρτη, έπειτα από την εκλογή στη Γαλλία του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν. Ο ίδιος διέκρινε μία τάση για εκλογική σταθεροποίηση Μακρόν ενόψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών, που ενδεχομένως του δίνει δυνατότητα για να εφαρμόσει τις εξαγγελίες του για μία εξισορροπημένη πολιτική – επενδύσεις για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στη Γαλλία – και συνάμα να ασκηθεί μία ανταγωνιστική πίεση στη Γερμανία, για θεσμική, πολιτική πλαισίωση της Ευρώπης και του ενιαίου νομίσματος. Κατά τον ίδιο, ο Μακρόν δεν έχει περιθώριο επικοινωνιακών ελιγμών αλλά έχει ανάγκη από χειροπιαστά πολιτικά επιτεύγματα. Όπως επεσήμανε, άξονας και της δικής του πολιτικής είναι να ξεκινήσει η προσέγγιση με το Βερολίνο, από τα σημεία που δεν αποτελούν ταμπού για Γερμανία. Μολαταύτα, στις προτάσεις του στη Γερμανία υπάρχουν δύο προσεγγίσεις: Η πρώτη είναι αυτή του Σόιμπλε, που επιτάσσει μία αναθεώρηση συμφωνιών και καταστατικών αρχών της ΕΕ, ενώ η άλλη υποστηρίζει τη διεύρυνση των κρατουσών συνθηκών, όπως αυτή της Λισσαβώνας.

Ο κ. Καπόπουλος επεσήμανε την απαισιοδοξία που καταγράφεται πλέον στα προγνωστικά των εκλογών στη Γερμανία, ιδίως μετά την απογοήτευση που ακολούθησε τη δημοσκοπική κατάρρευση του υποψηφίου των Σοσιαλδημοκρατών, Μάρτιν Σουλτς. Υποστήριξε πως πλέον σημειώνεται μία οπισθοδρόμηση στο μοντέλο συνασπισμού σοσιαλδημοκρατών-φιλελευθέρων, λόγω της διαφαινόμενης αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης με άλλους συνδυασμούς δυνάμεων. Επίσης, επεσήμανε την τάση ενίσχυσης της γερμανικής ακαμψίας απέναντι στην πολιτική Μακρόν και εμπέδωση της οικονομικής πρότασης Σόιμπλε για δημοσιονομική αυστηροποίηση στα ελλείμματα και υπολογισμού τους με σταθερούς αλγόριθμους. Ο ίδιος πρόσθεσε πως το ζητούμενο είναι, τι θα προκύψει από τους εκλογικούς συσχετισμούς στις γερμανικές εκλογές, κι εάν ο Μακρόν θα επιβάλει τις απόψεις του στις διεθνείς συναντήσεις. Επίσης αναφέρθηκε και στις δύο απρόβλεπτες παραμέτρους της ευρωπαϊκής πολιτικής εξίσωσης – την Ισπανία και την Ιταλία (ιδίως λόγω του δημοσιονομικού χαρακτήρα της) στο πως θα εξελιχθούν τα πράγματα στη δεύτερη. Το πρόβλημα τόνισε ο κος Καπόπουλος, δεν είναι εάν ο Μακρόν επαναλάβει τα μέτρα Ολάντ: το πρόβλημα είναι η θέση που θα λάβει τελικώς η Γερμανία και εάν εξαιτίας αυτής πλέον, η Ευρώπη θα διαλυθεί συντεταγμένα ή άτακτα.

ΑΠΕ-ΜΠΕ