Τα Συμπεράσματα του Συμβουλίου της ΕΕ για τη Μετανάστευση: Μια νομική ανάλυση

26

Photo  REUTERS / JON NAZCA

Του Παναγιώτη Ν. ΣφαέλουΝομικός-Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων. Είναι Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου του Πανεπιστημίου Kent και Ακαδημαϊκός

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 29ης Ιουνίου 2018 ευλόγως επικεντρώθηκε στην μεταναστευτική και προσφυγική κρίση που επανακάμπτει δυναμικά στην Μεσόγειο, κατόπιν και της άρνησης της Ιταλίας να δεχθεί τα πλοία με τους μετανάστες. Η ακραία προσέγγιση της  νέας ιταλικής κυβέρνησης, η οποία αδιαφορεί για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, δυναμιτίζει την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική και καθιστά δύσκολη την εξεύρεση ικανοποιητικής λύσης.

Η μεταναστευτική κρίση επηρεάζει την ευρωπαϊκή πολιτική και προκαλεί πολύ-επίπεδες κρίσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Δημιουργούνται διαμάχες, καθώς δεν υπάρχει δίκαιη κατανομή βαρών στην μετανάστευση και το άσυλο. Κάθε κράτος-μέλος προσπαθεί να αποφύγει την ευθύνη μεταφέροντας τα βάρη στα υπόλοιπα. Οι περισσότερες χώρες κλείνουν τα σύνορα τους και τώρα η Ιταλία κρατάει μια σκληρή στάση κλείνοντας τα λιμάνια της. Η Τουρκία απειλεί με αύξηση των μεταναστευτικών ροών κατά παράβαση της Συμφωνίας Επανεισδοχής ΕΕ – Τουρκιάς του 2016.

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, η Σύνοδος Κορυφής είχε να συγκεράσει αντικρουόμενα συμφέροντα και πολιτικές των κρατών-μελών και να καταλήξει σε έναν συμβιβασμό όπως άλλωστε λειτουργεί και το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ. Οι αντικρουόμενες αυτές απόψεις αντικατοπτρίζονται στο κείμενο τω Συμπερασμάτων του Συμβουλίου. Έχοντας νωπές τις μνήμες της μεταναστευτικής κρίσης του 2015, τα κράτη-μέλη αποφάσισαν ότι πρέπει να υπάρξει αποτελεσματικότερος έλεγχος των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο του 2015. Είναι αληθεια ότι τα μετρα για ενίσχυση της FRONTEX και της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση αλλα δεν είναι επαρκή. Μόνα τους τα κράτη-μέλη δεν έχουν την δυνατότητα για αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων ιδιαίτερα στο Αιγαίο δεδομένου του εύρους των μεταναστευτικών ροών. Η συνδρομή του ΝΑΤΟ δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και τα ναυάγια αποτελούν καθημερινό φαινόμενο.

Θετική κρίνεται η χρηματοδοτική και επενδυτική βοήθεια προς την Αφρική καθώς το θέμα είναι να δίνονται κίνητρα παραμονής στις τρίτες χώρες προέλευσης σε συνδυασμό με την μείωση των πολεμικών συγκρούσεων, κάτι ανέφικτο την δεδομένη συγκυρία. Επίσης, είναι θετική η αντιμετώπιση των διακινητών παράτυπων μεταναστών και των παράνομων κυκλωμάτων. Περαιτέρω, η ΕΕ τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκιάς, ώστε να καταστεί αποτελεσματική, αν και η πράξη δείχνει ότι ο Ερντογάν την εφαρμόζει κατά το δοκούν. Η ΕΕ επίσης αποφάσισε ότι θα ενισχύσει οικονομικά την Ισπανία και τις χώρες καταγωγής και διέλευσης, ιδιαίτερα το Μαρόκο για την πρόληψη της παράτυπης μετανάστευσης. Η Ελλάδα δυστυχώς δεν πηρέ οικονομική ενίσχυση ενώ το δικαιούται καθώς βρίσκεται σε μεγαλύτερη πίεση από την Ισπανία.

Η ΕΕ αποφάσισε ότι οι δευτερογενείς μετακινήσεις αιτούντων άσυλο, δηλαδή από την χώρα εισόδου σε άλλες χώρες της ΕΕ, θα πρέπει να περιοριστούν στο ελάχιστο. Σύμφωνα με τα Συμπεράσματα, τα κράτη-μέλη θα «πρέπει να λάβουν όλα τα απαραίτητα εσωτερικά νομικά και διοικητικά μέτρα για να σταματήσουν αυτές τις κινήσεις και να συνεργαστούν πιο στενά προς τον σκοπό αυτό». Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι όλοι οι μετανάστες που έχουν φτάσει στην Κεντρική Ευρώπη θα επιστρέφονται στις χώρες εισόδου άρα και στην Ελλάδα. Αυτό ήταν αναμενόμενο καθώς προβλέπεται ρητά από την Σύμβαση του Δουβλίνου, η οποία είχε προσωρινά ανασταλεί λόγω των αυξημένων ροών. Η Σύμβαση του Δουβλίνου προβλέπει ότι αν όλα τα άλλα κριτήρια ασύλου δεν τηρούνται, το πρώτο κράτος-μέλος όπου εισήλθε ο μετανάστης οφείλει να εξετάζει την αίτηση ασύλου του. Στην ουσία, η εν λόγω σύμβαση εξαλείφει το φαινόμενο των  πολλαπλών αιτήσεων ασύλου σε  διαφορετικά κράτη-μέλη ταυτόχρονα (asylum shopping), αλλά, από την άλλη μεριά, οδηγεί σε υπερφόρτωση των κρατών μελών εισόδου στην ΕΕ ιδίως σε περιόδους έξαρσης των μεταναστευτικών ροών.

Συνεπώς, μετανάστες που στο εξής θα εντοπίζονται στο έδαφος της Κεντρικής Ευρώπης θα επιστρέφονται στην Ελλάδα ή σε όποια άλλη χώρα είχαν πρωτοεισέλσθει. Η Ελλάδα θα δεχθεί επανεισδοχή μεταναστών και προσφύγων αιτούντων άσυλο από την κεντρική Ευρώπη. Όσοι αιτούντες άσυλο βρεθούν σε κράτη μέλη της Κεντρικής Ευρώπης θα ταυτοποιούνται μέσω της βάσης δαχτυλικών αποτυπωμάτων «Eurodac» και στην συνέχεια θα επιστρέφονται στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση δεν έλαβε χρηματοδότηση για αυτή τη διαδικασία, εξασφαλίζοντας μόνο την αναστολή ΦΠΑ στα νησιά εισδοχής μεταναστών, κάτι αναλογικά πολύ μικρό σε σχέση με το μεγάλο βάρος διαχείρισης των μεταναστών.

Δυστυχώς και αυτό το Συμβούλιο δεν προβλέπει την ριζική μεταρρύθμιση τη Σύμβασης του Δουβλίνου παρά μόνο μια βελτίωση του υπάρχοντος συστήματος παροχής ασύλου.  Σε μια γενικόλογη αναφορά, τα Συμπεράσματα καταλήγουν ότι «απαιτείται να εξευρεθεί συναίνεση σχετικά με τον κανονισμό του Δουβλίνου, ώστε η μεταρρύθμισή του να βασίζεται σε μια ισορροπία μεταξύ ευθύνης και αλληλεγγύης, λαμβάνοντας υπόψη τα πρόσωπα που αποβιβάζονται μετά από επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης. Απαιτείται επίσης περαιτέρω εξέταση της πρότασης για τις διαδικασίες ασύλου». Μάλιστα, η πρόταση αναθεώρησης του Κανονισμού του Δουβλίνου δεν καταργεί τον κανόνα της υπευθυνότητας του πρώτου κράτους-μέλους. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει βούληση για αναθεώρηση της βασικής φιλοσοφίας του υπάρχοντος συστήματος άσυλου. Η Σύμβαση του Δουβλίνου είναι ετεροβαρής υπέρ τον κρατών-μελών της Κεντρικής Ευρώπης ρίχνοντας όλα τα βάρη στα κράτη-μέλη του Νότου που έχουν και το μεγαλύτερο πρόβλημα. Η Ελλάδα μαζί με τα άλλα κράτη-μέλη με παρόμοια γεωγραφική θέση πρέπει να αιτηθούν μιας ολιστικής προσέγγισης στο άσυλο σε επίπεδο ΕΕ με ένα δικαιότερο σύστημα παροχής ασύλου. Βεβαίως, μια τέτοια πρόταση προσκρούει στα συμφέροντα των κρατών-μελών της Κεντρικής Ευρώπης.

Να τονίσουμε τέλος ότι δεν υπήρξε καμία διμερής συμφωνία Ελλάδας-Γερμανίας, όπως εσφαλμένως  διαδίδεται. Τα Συμπεράσματα του Συμβουλίου δεν αποτελούν συμφωνία. Αποτελούν κοινή θέση των κρατών-μελών και συναποφασίζονται στην Σύνοδο Κορυφής από κοινού. Τα δυο σφάλματα της ελληνικής κυβέρνησης ήταν: α) η μη χρηματοδότηση για την επανεισδοχή μεταναστών και β) η μη ένσταση στην συνέχιση εφαρμογής του Δουβλίνου με την σημερινή μορφή του. Μια προσωρινή λύση θα μπορούσε να είναι η μονομερής αναστολή της Σύμβασης του Δουβλίνου μέχρι να δοθεί μια συνολική και δίκαιη λύση στο άσυλο βασισμένη στο Ενωσιακό Κεκτημένο. Αυτό θα ήταν και ένα διαπραγματευτικό όπλο της Ελλάδας ώστε να αναγκάσουμε τα άλλα κράτη-μέλη να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν.