Αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες στην Ελλάδα συζητούν λύσεις και προκλήσεις

8
Refugees and migrants, mostly from Afghanistan, wait in queues to receive food distributed by the Greek army at a transit camp in the western Athens' suburb of Schisto, Thursday, Feb. 25, 2016. Balkan border controls leave thousands people stranded in Greece as the country scrambles to cope with border restrictions imposed recently by Austria and Balkan countries — while some 4,000 migrants and refugees continue to arrive on Greek territory daily. (AP Photo/Thanassis Stavrakis)

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Υ.Α.) δημοσίευσε  τα αποτελέσματα της ετήσιας έκθεσης συμμετοχικής αξιολόγησης σχετικά με τις ανησυχίες των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων στην Ελλάδα για την τωρινή τους κατάσταση, τις μελλοντικές προοπτικές και τους κινδύνους, καθώς και για τον τρόπο αντιμετώπισής τους.

Η συμμετοχική αξιολόγηση έγινε μέσω μεμονωμένων συζητήσεων με γυναίκες, κορίτσια, αγόρια και άνδρες προκειμένου να συγκεντρωθούν πληροφορίες από τη δική τους σκοπιά για την καθημερινότητά τους, για τους κινδύνους προστασίας που αντιμετωπίζουν και για να ακουστούν οι λύσεις που προτείνουν οι ίδιοι.

Στο πλαίσιο της Συμμετοχικής Αξιολόγησης για το 2018, διεξήχθησαν από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο σε όλη τη χώρα, εστιασμένες ομαδικές συζητήσεις (Focus Group Discussions) με τη συμμετοχή πολλών φορέων από 41 εταίρους, μεταξύ των οποίων αρχές, μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) και άλλοι οργανισμοί του ΟΗΕ. Η ετήσια αυτή διαβούλευση έχει ως στόχο να διασφαλιστεί η συμμετοχή αιτούντων άσυλο και προσφύγων στον σχεδιασμό και την επανεξέταση των ανθρωπιστικών προγραμμάτων στην Ελλάδα, τοποθετώντας τους στο επίκεντρο λήψης αποφάσεων για θέματα που αφορούν την προστασία και την ευημερία τους.

Η έκθεση εστιάζει στους κινδύνους, τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που προκύπτουν καθώς μεταβαίνουν από τη δωρεάν παροχή στέγασης και οικονομικής βοήθειας στο στάδιο που γίνονται αυτάρκεις και εντάσσονται στην ελληνική κοινωνία. Η φετινή έκθεση εστιάζει επίσης στην επικοινωνία με τις κοινότητες (Communicating with Communities) και σε άλλα σημαντικά θέματα προστασίας, ενώ στoχεύει να εντοπίσει τα δυνατά σημεία εντός των κοινοτήτων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη βελτίωση της ανθρωπιστικής ανταπόκρισης.

Η έρευνα βασίζεται σε απευθείας διαβουλεύσεις με 1.436 αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες καλύπτοντας ένα ευρύ πεδίο της κοινωνίας, συμπεριλαμβάνοντας άτομα με ιδιαίτερες ανάγκες, ηλικιωμένους, ΛΟΑΤΚΙ, ασυνόδευτα και χωρισμένα από την οικογένειά τους παιδιά. Οι εστιασμένες ομαδικές συζητήσεις πραγματοποιήθηκαν σε νησιά, στην ενδοχώρα, σε αστικές περιοχές, σε χώρους φιλοξενίας που διαχειρίζονται οι αρχές και σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.). Συμμετείχαν άνθρωποι από 26 χώρες.

Οι συμμετέχοντες συζήτησαν μια σειρά από σημαντικά θέματα, έθεσαν προτεραιότητες και έκαναν συγκεκριμένες και σαφείς προτάσεις. Γενικά, εστιάζοντας όλο και περισσότερο στην αυτάρκεια, τη συμμετοχή και την ένταξη, οι συμμετέχοντες αναζήτησαν στήριξη μέσω της πρόσβασης στην αγορά εργασίας, της εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, της ενισχυμένης ενημέρωσης και της συμμετοχής σε προγράμματα (εκπαιδευτικά και άλλα) και δράσεις σε όλη την Ελλάδα. Τα μαθήματα γλώσσας θεωρήθηκαν ως εξαιρετικής σημασίας.

Οι άλλες μεγάλες ανησυχίες που συζητήθηκαν αφορούν επίσης τις ασαφείς, μακρόχρονες και με καθυστερήσεις διαδικασίες ασύλου που οδηγούν σε εξουθενωτική απόγνωση και άγχος, τις περιορισμένες υπηρεσίες και ασαφείς διαδικασίες, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, την ανασφάλεια και την ανεπαρκή επιβολή του νόμου, συμπεριλαμβανομένης της αδράνειας κατά τη διάρκεια διενέξεων μεταξύ των κοινοτήτων και τα περιστατικά σεξουαλικής ή έμφυλης βίας ιδίως σε κάποια Κ.Υ.Τ., όπου δεν γίνεται επαρκής διαχωρισμός με βάση το φύλο. Οι συμμετέχοντες σημείωσαν επίσης ότι υπάρχει έλλειψη σε διερμηνεία, δομές προστασίας εντός των κοινοτήτων, μέτρα που ενθαρρύνουν τη συνύπαρξη με τις κοινότητες υποδοχής, παροχή πληροφόρησης και διερμηνείας, πρόσβαση στην τυπική δημόσια εκπαίδευση για όλους, μηχανισμούς παραπόνων και καταγγελιών, καθώς και ανεπαρκής πρόσβαση σε κρατικές υπηρεσίες, όπως στον τομέα της υγείας και της ιατρικής περίθαλψης.